Ένα δισ. λίρες στην ιδιοκτήτρια της Bet365, Ντενίζ Κόουτς!
Παρότι η στοιχηματική εταιρία ανέφερε σημαντική απώλεια κατά το τελευταίο έτος, η ιδιοκτήτρια της Bet365 είδε τις αποδοχές της να φτάνουν τα 221 εκατομμύρια λίρες. Συγκεκριμένα, ο μισθός της Ντενίζ Κόουτς ήταν υψηλότερος κατά επτά εκατομμύρια λίρες σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, σύμφωνα με τους τελευταίους λογαριασμούς της Bet365 για το έτος έως τον Μάρτιο του 2023. Παράλληλα, θα έχει να λαμβάνει μερίσματα αξίας τουλάχιστον 50 εκατομμυρίων λιρών, ως ιδρύτρια και CEO της εταιρείας διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών.
Η αύξηση των αμοιβών της Ντενίζ Κόουτς σημαίνει ότι ο συνολικός μισθός της τα τελευταία τέσσερα χρόνια ξεπέρασε το 1 δισεκατομμύριο λίρες! Η Bet365 πλήρωσε επίσης συνολικά 100 εκατομμύρια σε μερίσματα για το τελευταίο οικονομικό έτος, μέρος των οποίων θα πήγαινε στην Κόουτς, η οποία κατέχει περίπου το 57% της εταιρείας.
Ένα δις σε τέσσερα χρόνια
Ακριβώς 24 χρόνια (Ιανουάριος 2000) έχουν περάσει από την ημέρα που η Κόουτς ίδρυσε την Bet365 σε ένα κοντέινερ που βρισκόταν σε πάρκινγκ στην πόλη του Στόουκ. Μετά την εκπαίδευσή της ως λογίστρια, η 56χρονη έχτισε έναν «κολοσσό», που αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρίες στον κόσμο και κορυφαία στο live casino. Πλέον, θεωρείται ότι είναι μια από τις πλουσιότερες γυναίκες της Βρετανίας και ένα από τα καλύτερα αμειβόμενα στελέχη στον κόσμο. Με ετήσιο μισθό που απογειώθηκε το 2020 (421 εκ. λίρες), η Κόουτς έχει φτάσει περίπου το 1,1 δις λίρες σε μόλις τέσσερα χρόνια!

Οι τελευταίοι λογαριασμοί που κατατέθηκαν τη Δευτέρα (8/1) έδειξαν ότι τα έσοδα του ομίλου Bet365 ξεπέρασαν τα 3,4 δισεκατομμύρια λίρες το τελευταίο έτος έως τις 26 Μαρτίου 2023. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό το νούμερο είχε η αυξημένη δραστηριότητα στο στοίχημα λόγω του Παγκοσμίου Κυπέλλου που διεξήχθη στο Κατάρ. Για αυτό και υπήρξε αύξηση εσόδων σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος (2,8 δις λίρες).
Ωστόσο, η εταιρεία ανέφερε ζημία προ φόρων ύψους 72,6 εκατ. λιρών σε σύγκριση με τα κέρδη 49,8 εκατ. τους προηγούμενους 12 μήνες. Σύμφωνα πάντως με τα όσα ανέφεραν οι ιθύνοντες, ο όμιλος ξεκίνησε τις δραστηριότητές του στις ΗΠΑ και τον Καναδά, οι οποίες, οδήγησαν σε «σημαντική αύξηση του κόστους».